Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

ολογιομο φεγγαρι...




ετσι που σκορπας το φως σου
ποσες ψυχες ξαγρυπνουν
το ξερεις;
κι αν οι ζωγραφιες στο κορμι σου, ριγη τρομου,
κεινα τ αλλόκοτα σημαδια
που τα κοιτας και σε τυφλωνουν
ελκουν τη ματια
το νου
τη σκεψη..
για μια στιγμη γινονται δικα σου ,
μονο για μια και μετα
χανονται και παλι
σκοταδι.
Σε ονομασαν γυναικα,
σε βαφτισαν σα μικρο παιδι
σε μια κολυμβήθρα
απ΄ασημι
γιατι τ' ονειρο θελει ,ποταμι που ρεει,
να στεκει κει ψηλα που κανεις να μη το φτανει.
Μια ανθρωπινη κραυγη μες τη νυχτα της πολης
σ ανακήρυξε παλι βασιλισσα,
με στεμμα χαρτινο
τοσο φτωχικο
λησμονια στον απεραντο ουρανο σου.
Αυριο δε θα θυμασαι
νεκρη .
Οι ωρες σε ζουν μα συ πεθαινεις μαζι τους.
Και κυλας
νικας και νικιεσαι.
Λαμψη που θα σβησει το ξημερωμα
στο πρωτο φως του ηλιου
θα αφανιστεις
μοναχη σα να μη περασες ποτε,
τουτο δω το σοκάκι παντα ερημο ηταν.
Μονο τ αρωματα της ανοιξης
οι μικροι κλεφτες
εχουν κρατησει λιγη απ τη δοξα σου
για να μεθουν
τουτους τους πρωινους
τροβαδουρους.
Αρχισαν παλι νωρις
να τραγουδουν,
το πρωτο ξυπνημα της μερας.
Μεσα απ τα φυλλώματα
αγουροξυπνημενοι
τρυπουν το τσιμεντο
οι λαλιες τους.
Η πολη βρυχαται,
παραφωνια.
Τι λογια αχαρα μια τετοια ωρα που τα ονειρα ακομα κοιμουνται..
Καποια δε θα ξυπνησουν ποτε.
Για κεινα σεις να τραγουδατε,
για οσα γεννηθηκαν χωρις να φταινε
κυλησαν διπλα σου,
κουρνιασαν σε μια απλωχερη αγκαλια
και πεθαναν εστω λιγο ευτυχισμενα.
Για ολα ξερεις πως συ φταις.
Μοναχα εσυ, κι ισως εκεινη η τρελα σου,
που φουσκωνει γλυκα τις θαλασσες
μαζι τις καρδιες.
Σκια μου, εσυ Σεληνη...